Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Προυμουττίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. μπρουμουττίζω (1. τοποθετώ ή ρίχνω κάποιον με το πρόσωπο προς τη γη γέρνω μπροστά. 2. πέφτω ή ξαπλώνω με το πρόσωπο προς τη γη).

Συνώνυμα:

Προμουττίζω, Προυμουττίζουμαι, Προυμουττώ