Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τρινίν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ρινίν (η ρίνη, το μεταλλικό εργαλείο με χαραγές ή δοντάκια στην επιφάνειά του, που χρησιμεύει για λείανση, λέπτυνση, κόντεμα ή ακόνισμα επιφάνειας ή αντικειμένου μέσω τριβής).