Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τρισ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η τριχιά, σχοινί από τρίχες αλόγων ή κατσικιών και αρκετά χοντρό.