Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τριυρκάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τριγυρκάζω (1. περιβάλλω. 2. τριγυρίζω. 3. ερωτοτροπώ).

Συνώνυμα:

Τριυρίζω