Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Τριχομαλλίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. τριχομαλλιάζω (μαδώ τις τρίχες του κεφαλιού τραβώντας τις).

Συνώνυμα:

Τριχομαλλώ