Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πιτζ̌ερτίζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. πασ̌αρτίζω (κατορθώνω, επιτυγχάνω το στόχο).

Συνώνυμα:

Πετζ̌ερτίζω, Πετζ̌ερτώ, Πιτζ̌ιρτίζω