Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πκιάννουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. πιάννουμαι (1. κρατιέμαι, κρατώ κάτι για να στερεωθώ. 2. γατζόνομαι. 3. παθαίνω δυσκαμψία, πιάσιμο. 4. συμπλέκομαι. 5. γίνομαι τσακωτός).