Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ραγιάς (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο μη μουσουλμάνος υπόδουλος υπήκοος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 2. μτφ. το γιέσμαν, ο δουλοπρεπής.