Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χάσ̌α (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. χοντρό ύφασμα. 2. μεγάλη σακούλα. 3. μτφ. κάτι φαρδύ.