Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χατταλίτικος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

αυτός που προκαλεί μια καταστροφή (ζημιά).

Συνώνυμα:

Χατταλίτιτζ̌η (η), Χατταλίτικον (το)