Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χάρταλλος, -η, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. ξηχάρταλλος (ο αφρόντιστος, ο ασυγύριστος, ο ατημέλητος).

Συνώνυμα:

Ξηχαρταλλωμένος, -η, -ον