Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαχχαννούρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. βλ. χαχχάνισμαν (το δυνατό κοροϊδευτικό γέλιο). 2. βλ. χαχχαννούρης (αυτός που γελά χωρίς λόγο).

Συνώνυμα:

Χάχχανον (το)