Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χολλά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

είδος μαύρης βαφής με την οποία οι γυναίκες της Κύπρου έβαφαν τα βλέφαρά τους ώστε να διακρίνεται ζωηρά το περίγραμμα των ματιών τους.