Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χορτοψουμίζω »

Ρήμα

Σημασία:

χορταίνω από το ψωμί, σιτίζομαι με ψωμί, φτωχικά.

Ετυμολογία:

χορτάνω+ψουμίζω= ψωμί

Συνώνυμα:

χαρτοψουμίζω