Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χρονιός, -ά, -όν »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. γρονάτος (αυτός που είναι ενός χρονού).

Συνώνυμα:

Γρονιός, -ά, -όν