Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χτιστιτζ̌ή (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η δουλειά του κτίστη, του οικοδόμου. 2. η κατασκευή, το κτίσιμο.