Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χτιτζ̌ιάρης, -α, -ικον »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. ο χτικιάρης, αυτός που πάσχει από φυματίωση. 2. ο αρρωστιάρης. 3. ο βρόμικος. 4. μτφ. α) χαιρέκακος. β) ο μοχθηρός.