Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χτιτζ̌ιόν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. κτιτζ̌ιόν (1. η φυματίωση. 2. μτφ. το βρομερό, το ανήθικο).