Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χτυποκάρτιν (το) [πληθ. Χτυποκάρκια (τα)] »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το κτυποκάρδι (πληθ. τα χτυποκάρδια).