Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Χύμα »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. λέγεται για εμπόρευμα που πουλιέται ασυσκεύαστο, έτσι που ο αγοραστής να μπορεί να επιλέγει την ποσότητα που επιθυμεί. 2. μτφ. δεν κρύβω λόγια, χωρίς έμμεσες, πλάγιες αναφορές, με άμεσο, ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο.