Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χωρισ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

1. η χωρίστρα, το κτένισμα που χωρίζει τα μαλλιά σε δύο μέρη και διαχωριστική γραμμή που σχηματίζεται . 2. η μοιρασιά. 3. βλ. αναχωρισ̌ιά (το διαζύγιο).

Συνώνυμα:

Χωρίστρα (η)