Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χωρίστρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. χωρισ̌ιά (1. η χωρίστρα, το κτένισμα που χωρίζει τα μαλλιά σε δύο μέρη και διαχωριστική γραμμή που σχηματίζεται . 2. η μοιρασιά).