Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χωρκοϋρεύκω »

Ρήμα

Σημασία:

περιφέρομαι μάταια, χωρίς λόγο.

Συνώνυμα:

Χωρκοϋρίζω