Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψισ̌ιάζω »

Ρήμα

Σημασία:

βρέχω με ειδικό χυλό τις κλωστές του αργαλειού.

Συνώνυμα:

Ψιχάζω