Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ττεμεσ̌ίριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. τεπεσ̌ίριν (το τεμπεσίρι, κύβος από κιμωλία με το οποίο τρίβεται η μύτη της στέκας του μπιλιάρδου για να μη γλιστρά κατά την επαφή της με την μπίλια).

Συνώνυμα:

Ττεμπεσ̌ίριν (το)