Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φακκώ »

Ρήμα

Σημασία:

1. τραυματίζομαι. 2. κάνω ήχο. 3. κτυπώ. 4. μτφ. α) θίγω. β) υποφέρω.