Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φαούμενος, -η, -ον »

Μετοχή

Σημασία:

βλ. φαημένος (1. ο φαγωμένος. 2. αυτός που δεν πεινάει, έχει φάει. 3. μτφ. ο φθαρμένος).

Συνώνυμα:

φαημένος, -η, -ον