Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φαουσ̌άρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο φαταούλας. 2. μτφ. α) ο παράξενος, μεμψίμοιρος, γκρινιάρης. β) ο επιβλητικός με τη φωνή του. γ) ο άπληστος.