Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φαράζω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. ξηφαράζω (1. τρομάζω, αιφνιδιάζω 2. για πουλιά: πετάω απότομα).

Συνώνυμα:

Φαρκάζω, Φουρλατίζω