Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φελλάχος, -α »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. φέλλαχος (1. ο φελάχος. 2. ο Αιγύπτιος χωρικός. 3. ο βρομιάρης. 4. ο γύφτουλας. 5. ο αλλοδαπός. 6. ο ανάγωγος).