Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φερκόν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. θερκόν (1. είδος φιδιού με μαύρο χρώμα. 2. το θηρίο).

Συνώνυμα:

Θερκούνα (η)