Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φιζόποτσα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

πλαστικό ή γυάλινο δοχείο φυλάγματος φαγητών.

Συνώνυμα:

φίζα (η)