Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φιλές (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. φιλέ (1. το πλέγμα που χωρίζει στα δύο γήπεδο. 2. λεπτό διχτάκι που συγκρατεί τα μαλλιά).