Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φκαιρώννω »

Ρήμα

Σημασία:

αδειάζω.

Συνώνυμα:

Φκιορώννω, Φτζ̌αιρώννω, Φτσ̌αιρώννω