Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φκιολέττα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βκιολέττα (η βιολέτα).

Συνώνυμα:

Δκιολέττα, Θκιολέττα (η)