Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φλάμπουρος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βλάμπουρον (1.το λάβαρο. 2. το σκιάχτρο. 3. κομμάτι ύφασμα που φέρει έμβλημα ή διακριτικά).

Συνώνυμα:

Βλάμπουρος (ο), Φλάμπουρον (το)