Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φνύιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. βνύδιν (μέρος της σπονδυλικής στήλης)

Συνώνυμα:

Βνύιν, Μνιν, Μνύδιν, Μνύιν, Φλύιν, Φνύδιν (το)