Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φόλλη (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. φόλλα (1. βυζαντινό χάλκινο νόμισμα. 2. νόμισμα επί Τουρκοκρατίας).

Συνώνυμα:

Φόλλις (η)