Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Φόρα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
1. η πολύ γρήγορη ή βίαιη κίνηση 2. η προπαρασκευαστική κίνηση του σώματος αθλητή, ώστε να αποκτήσει την κατάλληλη ταχύτητα για άλμα, ρίψη κτλ. 3. μτφ. κάνω κάτι γνωστό σε όλους, συνήθως με σκοπό να ενοχλήσω κάποιον.