Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φορτσάρω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. φορσάρω (1. τα δίνω όλα. 2. αγριεύω. 3. μουντάρω. 4. ενισχύω. 5. επιταχύνω).