Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φουμισ̌ιάρης, -α, -ικον »

Επίθετο

Σημασία:

ο επιδειξίας, ο καυχησιάρης.

Συνώνυμα:

Χουμισ̌ιάρης, -α, -ικον