Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φουντάρω »

Ρήμα

Σημασία:

1. βυθίζω ολοσχερώς. 2. γίνομαι αιτία να πάθει μεγάλη οικονομική ζημιά κάποιος ή κάτι. 3. κινούμαι καθοδικά, από ψηλότερο σημείο βρίσκομαι σε χαμηλότερο. 4. αγκυροβολώ. 5. μτφ. βυθίζομαι, παθαίνω πολύ μεγάλη οικονομική ζημιά.