Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φουρκάζω »

Ρήμα

Σημασία:

1. εκνευρίζω κάποιον, τον τσατίζω. 2. με θυμώνει κάποιος ή κάτι, με εκνευρίζει. 3. βάζω περικάλυμμα.