Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φρουκάλισμαν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. φουρκάλισμαν [το σκούπισμα με το βουρκάλιν, βλ. βουρκάλιν (μικρή σκούπα, χωρίς μακρύ χερούλι)].

Συνώνυμα:

Φρουκάλημαν (το)