Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φουχτιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. σ̌ερκά (1. η χούφτα. 2. μια χουφτιά).

Συνώνυμα:

φούχτα (η)