Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Φυσανέμης, -ισσα »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. πελλοφυσανέμης (1. ο ασταθής. 2. ο ρηχός. 3. ο άστατος).

Συνώνυμα:

(βούζουνας (ο), βούζουνος (ο) - βλ. 3η επεξήγηση)