Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαϊρλίτιτζ̌η (η) »

Επίθετο

Σημασία:

θηλυκό του χαϊρλίτικος (βλ. λέξη) (αυτός που αξίζει να δει "χαϊρι", που αξίζει να προκόψει).

Συνώνυμα:

Χαϊρλίτικον (το)