Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαλόφτας, -ού »

Επίθετο

Σημασία:

1. ο αυτιάς, αυτός που έχει μεγάλα και κρεμασμένα προς τα κάτω αυτιά. 2. μτφ. ο ατημέλητος.