Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαμάτσος, -α, -ον »

Επίθετο

Σημασία:

βλ. χάματσος (1. ο κοντός ή αδύνατος άνθρωπος. 2. χαμηλό σε ύψος δέντρο).