Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαντυνίσκω »

Ρήμα

Σημασία:

βλ. χαντεύκω (1. μένω με ανοικτό το στόμα. 2. παλαβώνω).

Συνώνυμα:

Χαντυνίζω